Τα έθιμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στην Παλαιομάνινα




Τα σπίτια ήταν γεμάτα από ανθρώπινες φιγούρες και χοιρινό κρέας, ανθρώπινη ζεστασιά, ευφορία και ξεγνοιασιά
Από τον Δημήτρη Στεργίου*

    Οι γιορτές των Χριστουγέννων (Κριστσιούνε, στην Παλαιομάνινα) και τηςΠρωτοχρονιάς μέχρι και των Φώτων, αναμένονταν με μεγάλη χαρά και θρησκευτική ευλάβεια από τους κατοίκους του χωριού μας, από τα παιδιά (για τα φραγκοδίφραγκα από τα κάλαντα!) και ιδιαίτερα από τους … χαρτοπαίκτες!....


      Τα παλιά τα χρόνια δεν μοίραζαν, όπως σήμερα, οι γονείς και οι συγγενείςχριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα δώρα στα παιδιά. Ούτε στόλιζαν χριστουγεννιάτικο δέντρο! Δημιουργούσαν όμως μιαν εκπληκτική γιορταστική ατμόσφαιρα με τη διαδικασία που άρχιζε πριν από 40 ημέρες με την καθολική σχεδόν νηστεία και την πρωινή λειτουργία στην εκκλησία και που κορυφωνόταν την τελευταία εβδομάδα και ιδιαίτερα την παραμονή των Χριστουγέννων. 


   Τότε, όλες οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το σπίτια τους, καθάριζαν τις τσέργκες (φλοκάτες), τις βλάρες (στρωσίδια από τραγόμαλλο), τα τζάκια. Την παραμονή των Χριστουγέννων όλες οι γυναίκες ήταν στο πόδι. Ζύμωναν φρέσκο ψωμί, παρασκεύαζαν χριστόψωμα και γευστικά κουλουράκια και παρασκεύαζαν τη νοστιμότατη μακαρονόπιτα. Βέβαια, στη συνέχεια, περίμεναν να διεκπεραιώσουν μιαν άλλη κουραστική διαδικασία, εκείνη της σφαγής του οικόσιτου γουρουνιού (πόρκο ντι κριστσιούνε) ή της γουρνοχαράς.
     Ακόμα, οι γιορτές των Χριστουγέννων συνοδεύονταν και από διάφορα έθιμα, τα οποία απαντώνται σε πολλές περιοχές της Ελλάδος και στο μακρινό παρελθόν και στο χωριό μας. Για, παράδειγμα, όλοι σχεδόν πήγαιναν στους γύρω λόφους και πλαγιές και ξερίζωναν κρεμμύδες (μπόσκες) τις οποίες κρεμούσαν στις πόρτες ή πέταγαν στις κεραμοσκεπές για γούρι.
     Επίσης, την παραμονή των Χριστουγέννων παλιότερα άφηναν τα τζάκια αναμμένα όλη τη νύχτα έχοντας ρίξει στη φωτιά κι ένα κούτσουρο το οποίο όμως δεν το άφηναν να καεί τελείως ώστε να το ξαναρίξουν στη φωτιά και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς αλλά και την παραμονή των Φώτων (σε άλλες περιοχές το έθιμο αντί για κούτσουρου θέλει κλαδί ή φύλλα ελιάς).
    Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι απαραίτητη ήταν η κότα, η οποία ήταν μαγειρεμένη με ρύζι που συμβόλιζε την αφθονία. Την κότα τη σφάζανε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και με το αίμα της έκαναν έναν σταυρό (δεν συνηθιζόταν στο χωριό μας η γαλοπούλα!)
    Την παραμονή των Φώτων δεν κρατούσαν στο σπίτι αποθηκευμένο νερό στα δοχεία, αλλά το έχυναν ώστε την άλλη μέρα να τα γεμίσουν με καινούργιο.
  
Η γουρνοχαρά

Χωρίς την προπολεμική και μεταπολεμική γενιά των συγχωριανών μας, έως κυρίως τη δεκαετία του 1960, δεν θα είχαμε σήμερα τη δυνατότητα να αφιερώσουμε ούτε δύο γραμμές σε αυτά τα πλούσια χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα έθιμα που μας κληροδότησαν. Τα σπίτια ήταν γεμάτα από ανθρώπινες φιγούρες και χοιρινό κρέας, αλλά από κάτι περισσότερο: από ανθρώπινη ζεστασιά και συντροφικότητα. Ήταν στιγμές γεμάτες αυθορμητισμό συνθέτοντας ένα κλίμα ευφορίας των ανθρώπων που είχαν συλλάβει το πραγματικό νόημα της διασκέδασης.Προσέφεραν στον εαυτό τους μικρές απολαύσεις στην ταλαιπωρημένη ζωήτους, με όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν λόγω συνθηκών εργασίας και διαβίωσης. Αυτή η προπολεμική και μεταπολεμική γενιά, αλλά και οι προηγούμενες, στάθηκαν οι αφανείς ήρωες που με τον ιδρώτα τους και το αίμα τους κράτησαν ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο και κατ' επέκταση το ελληνικό κράτος. Εμείς οι νεότεροι χρωστάμε σε αυτούς αιώνια ευγνωμοσύνη.

Το έθιμο της σφαγής του γουρουνιού είχε ως εξής:

1.-Πόρκο ντι Κριστσιούνε: Εκείνο το χριστουγεννιάτικό έθιμο που δημιουργούσε μιαν αλλόκοτη γιορτινή ατμόσφαιρα στο χωριό μας ήταν η σφαγή του οικόσιτου γουρουνιού ή γουρουνιών ως σφαγή τα Χριστούγεννα (Πόρκο ντι Κριστσιούνε). Από το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων σε όλο το χωριό ακούγονταν συνεχώς και παντού, σε όλες τις αυλές των σπιτιών και σε όλες τις γειτονιές στο σπαρακτικό σκούξιμο των γουρουνιών, τα οποία τα έσφαζαν ή τα ίδια τα «αφεντικά» τους ή πιο ειδικοί γείτονες ή συγγενείς. Στο χωριό μας υπήρχε κι ένα άλλο έθιμο –δοξασία ή δεισιδαιμονία: Στα γουρούνια των Χριστουγέννων έμπηγαν ένα σιδερικό(μαχαίρι ή πιρούνι) και ψωμί για μην τα «βαρέσει ο ίσκιος» (ξωτικό)!


2.- Η εκτροφή του πόρκου: Σε παλιότερες εποχές το κρέας ήταν κάτι σαν είδος πολυτελείας. Οι χωριάτες έτρωγαν κρέας μόνο τις Απόκριες, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Καθώς όμως οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς φρόντιζαν να εξασφαλίσουν και την ανάλογη ποσότητα κρέατος. Αγόραζαν, λοιπόν, κατά  το τέλος του καλοκαιριού μικρά γουρούνια, τα οποία θα τάιζαν μέχρι τα Χριστούγεννα επιδιώκοντας να γίνουν όσο το δυνατόν πιο παχιά. Το εξέτρεφε κάθε οικογένεια στον κήπο ή σε ειδικό μέρος (κουμάσι) στην αυλή με τυρόγαλο (τζέρου – αρχαία ελληνική λέξη!), πίτουρα, βελάνα, καλαμπόκι, καρπουζόφλουδες, πεπονόφλουδες, αποφάγια και άλλα.
     Τις παραμονές των Χριστουγέννων οι άνδρες μαζεύονταν και συνεννοούνταν για τις γουρνοχαρές. Ακόνιζαν τα μαχαίρια και τους μπαλτάδες, ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν τις τάβλες, τα ταψιά, τα καζάνια. Το πρωί, παραμονή ή προπαραμονή των Χριστουγέννων έφταναν στο σπίτι οι άνδρες που θα έσφαζαν το γουρούνι. Η νοικοκυρά τους έφτιαχνε καφέ και τους κερνούσε λίγο ούζο. Στη συνέχεια, οι άνδρες αφού έστριβαν τσιγάρο, σκούμπωναν τα μανίκια και τραβούσαν για το κουμάσι. Η νοικοκυρά πιο πέρα, περίμενε με το βραστό νερό για το κεφάλι του γουρουνιού (γουρνοκέφαλο). Ο πιο ψύχραιμος άνδρας έμπαινε μέσα στο κουμάσι με ένα κομμάτι χοντρό σκοινί (τριχιά) και μαζί με τους υπόλοιπους το τραβούσαν έξω από το κουμάσι. Το γουρούνι καταλάβαινε ότι έφτανε το τέλος του και άρχιζε να ουρλιάζει δυνατά μέχρι ωσότου η λάμα του μαχαιριού μπει βαθιά στο λαιμό του και κόψει το νήμα της ζωής του. Σχεδόν την ίδια ώρα ακουγόταν ουρλιαχτά γουρουνιών απ' όλα τα σπίτια του χωριού.
     Μόλις έκοβαν το γουρνοκέφαλο, έβαζαν το σφαγμένο γουρούνι ανάσκελα χάμω κι άρχιζαν το γδάρσιμο, πρώτα από την περιοχή της κοιλιάς. Το λίπος στο μέρος εκείνο το χρησιμοποιούσαν για το παστό (βασιλόξιγκο). Το κάθε γουρούνι έβγαζε δέκα με δεκαπέντε γκάζια λίπος (λίπα, η οποία είναι ομηρική λέξη!). Μετά το γδάρσιμο αφαιρούσαν τα εντόσθια. Ο πιο έμπειρος άνδρας κοιτούσε τη σπλήνα και αποφαινόταν σχετικά. Αν ήταν διογκωμένη, ο χειμώνας θα παρατεινόταν πιθανώς μέχρι τον Μάρτιο. Στην αντίθετη περίπτωση ο χειμώνας θα ήταν κανονικός. Οι άνδρες και οι γυναίκες έπεφταν, κατόπιν, κυριολεκτικά πάνω στο γδαρμένο γουρούνι: άλλος ξεχώριζε το λίπος από το κρέας, άλλος έβγαζε κρέας για τηγανιά (φαγητό φτιαγμένο στο τηγάνι από ψαχνό κρέας, συκώτι, σπλήνα, καρδιά), άλλος καθάριζε τα λουκάνικα, άλλος ταχτοποιούσε το τομάρι ώστε να στεγνώσει και να φτιάξουν τα περίφημα γουρνοτσάρουχα. Όταν τελείωνε ο τεμαχισμός του γουρουνιού γινόταν μια ολιγόωρη παύση. Οι σφάχτες σκούπιζαν τα μαχαίρια, έπλεναν τα χέρια τους με ζεστό νερό και τραβούσαν για το σπίτι ια να φάνε τη νόστιμη τηγανιά ή το κοψίδι που είχε ετοιμάσει η οικοδέσποινα.


3.- Παστό, τσιγαρίδες, λουκάνικα: Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο από το χριστουγεννιάτικο γουρούνι. Το λίπος ή λίπα στα βλάχικα (ομηρική λέξη!) το λεγόμενο παστό, το έκοβαν μικρά κομματάκια και το έλιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του. Η φωτιά έπρεπε να καίει με ένταση χωρίς να ελαττώνεται καθόλου, ώστε το λιώσιμο να γίνεται κανονικά για κάθε καζάνι. Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος (βασιλόξιγκο) στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι τσιγαρίδες, τις οποίες οι συγχωριανοί μας έβαζαν στον τραχανά και στις πίτες.
     Το λιωμένο λίπος το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πιθάρια.και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν ο σουφλιμάς και, φυσικά τα γνωστά νόστιμα χωριάτικα λουκάνικα που παρασκεύαζαν με μεγάλη επιμέλεια.

4.- Η γουρνόφουσκα: Εμείς, τα παιδιά, παρακολουθούσαμε όλη αυτή την «άγρια» διαδικασία και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Πέρα από ότι θα τρώγαμε περισσότερο … κρέας τις ημέρες αυτές, περιμέναμε με αγωνία θα ολοκληρωθεί η διαδικασία της σφαγής για να πάρουμε την … πολυπόθητη … γουρνόφουσκα! Ήταν η … ουροδόχος κύστις του γουρουνιού την οποία φουσκώναμε και παίζαμε είτε ως μπαλόνι είτε ως … μπάλα!!!

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων στην Παλαιομάνινα

     Θυμάμαι ότι τα (βλάχικα) κάλαντα των Χριστουγέννων στο χωριό μας, τα οποία έλεγαν οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας τα παλαιότερα χρόνια, είχαν μια ξεχωριστή ζεστασιά. Την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν γινόταν και η γουρουνοχαρά, τα αγόρια γύριζαν όλα τα σπίτια, των οποίων οι αυλές μοσχομύριζαν από τα νόστιμα και ζεστά κουλούρια (κουάκου) και το χριστόψωμο, που φούρνιζαν οι γιαγιάδες. Τα παλαιότερα χρόνια οι νοικοκυραίοι έδιναν για δώρο στα παιδιά που τραγουδούσαν τα κάλαντα κουλούρια και ντόπια γλυκά και σπανιότερα χρήματα. Σημειώνεται ότι τότε στο χωριό μας ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν τα παιδιά … τρίγωνα!
    Τα βλάχικα κάλαντα της Παλαιομάνινας είναι απλώς μια παραλλαγή των «Κόλιντα Μπάμπω ή Βάβω» (κάλαντα της γιαγιάς), που είναι γνωστά σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο έως τον Έβρο. Την ονομασία τους την πήραν από τη λατινική λέξη calenda, που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ. Το έθιμο υπήρχε στην Ελλάδα πριν από τη Ρώμη. Τα παιδιά κρατούσαν ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης, στολισμένο με καρπούς και άσπρο μαλλί (είναι η δωρική λέξη ειρεσιώνη= έριο = μαλλί), γύριζαν και τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα. Στη συνέχεια το έθιμο καθιερώθηκε και στη Ρώμη.

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα που λέγανε στο χωριό μας είναι τα εξής:

Κολίντι, μελίντι,
ντένι, μάϊε, κουλάχου,
κου σου τάλιεαράπου,*
αράπου ντι  λα ούσιε,
κου κίπουρουντικούσιε.
(Κόλιντα, μέλιντα,
δωσ΄  μου, γιαγιά, κουλούρι,
για να μη σφάξω τον αράπο,
τον αράπη στην πόρτα (του σπιτιού)
με το κουδούνι στο λαιμό).
* Μεγάλος μαύρος σκύλος, φύλακας του σπιτιού

Κι όλοι πάνε στην εκκλησιά με την  πρώτη καμπάνα

    Μετά από όλες αυτές τις εντυπωσιακές, αλλά και κουραστικές προετοιμασίες, όλοι οι συγχωριανοί μας περίμεναν πότε να χτυπήσει το βράδυ (τα μεσάνυχτα) η καμπάνα της εκκλησίας για να πάνε όλοι στην εκκλησία. Τότε παράταγαν όλοι τα κρέατα, τα ζεστά ψωμιά, την πίτα και άλλους μεζέδες και έτρεχαν στην εκκλησία για τη γέννηση του χριστού. Φορούσαν όλοι τα καλύτερα γιορτινά ρούχα και πήγαιναν στην εκκλησία.Γεμάτη η εκκλησία. Ακούγονταν τα χριστουγεννιάτικα τροπάρια με θρησκευτική ευλάβεια και χαρά. Έλαμπε όλη η εκκλησία, έλαμπε η εικόνα της Παναγίας, έλαμπαν οι εικόνες όλων των αγίων. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Και τα παιδιά ετοιμάζονταν για τα κάλαντα. Εκεί γιόρταζαν τη γέννηση του Χριστού μέσα σε μια κατανυκτική και ιερή ατμόσφαιρα. Κι αμέσως, μόλις τελείωνε η λειτουργία, όλοι έτρεχαν στα σπίτια τους, όπου τους περίμενε για ζεστή γιορτινή ατμόσφαιρα, πολλά κοψίδια και δικό τους κρασί. Σημειώνεται ότι τα παλιά τα χρόνια όλα τα νοικοκυριά του χωριού είχαν δικό τους κρασί, αφού δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει από μισό έως ένα στρέμμα αμπελώνα! Όλοι αυτοί οι αμπελώνες στη συνέχεια, και, κυρίως, μετά το 1955, ξηλώθηκαν για να γίνουν καπνοχώραφα ή λιοστάσια.Το γνωστό χριστουγεννιάτικο τραγούδι με τίτλο «Χιόνια στο καμπαναριό» ταιριάζει απόλυτα με την παλιά  χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στο χωριό μας, με μόνη διαφορά ότι σπανίως χιόνιζε στην περιοχή μας. Έκανε όμως πολύ κρύο και παγωνιά. Στα τζάκια με την πλούσια φωτιά από τα κούτσουρα της βελανιδιάς και τα παιχνιδίσματά της αποτελούσαν τη ζεστή γωνιά όλης της οικογένειας. Το παραθέτουμε το γνωστό χριστουγεννιάτικο ποίημα που δείχνει όλη τη ζεστή και λαμπρή γιορτινή ατμόσφαιρα:

Χιόνια στο καμπαναριό 
που Χριστούγεννα σημαίνει
Χιόνια στο καμπαναριό
ξύπνησε όλο το χωριό

Ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν
Ντιν-ντιν-νταν-
ντιν-ντιν-νταν-ντιν-νταν

Κι όλοι παν στην εκκλησιά
το Χριστό να προσκυνήσουν
κι όλοι παν στην εκκλησιά
Λάμπει απόψε η Παναγιά

Ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν
Ντιν-ντιν-νταν-
ντιν-ντιν-νταν-ντιν-νταν

Στην ολόφωτη εκκλησιά
ώρα πια κι εμείς να πάμε
Στην ολόφωτη εκκλησιά
με καθάρια φορεσιά

Ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν-ντιν-νταν

Κι ας τραβήξουμε μπροστά
μ' αναμμένα φαναράκια,
κι ας τραβήξουμε μπροστά
τυλιγμένοι στα ζεστά

Ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν
ντιν-ντιν-νταν-ντιν-νταν




Τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς στην Παλαιομάνινα

       Όλο σχεδόν το χωριό ήταν … άγρυπνο. Ενώ σε όλα τα σπίτια και τις γειτονιές ακούγονταν τα κάλαντα των παιδιών. Βέβαια, δεν είχαν πάντοτε οικονομικές … επιτυχίες όλες οι επισκέψεις για τα κάλαντα, αφού πολλά νοικοκυριά, λόγω απελπιστικής έλλειψης χρημάτων, κερνούσαν τα παιδιά … λουκούμια, γεγονός που προκαλούσε μεγάλη απογοήτευση!Τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς τα έλεγαν τα παιδιά (αγόρια μόνο) του χωριού μας ανήμερα, δηλαδή μετά τις δύο το πρωί. Ήτα ακριβώς τα κάλαντα που λέγανε σε όλη την Ελλάδα, με δύο μόνο διαφορές: Η πρώτη αφορούσε τη μουσική, που ήταν μονότονη, και η δεύτερη αφορούσε την παράλειψη του δεύτερου στίχου κάθε δίστιχου. Παραθέτουμε τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς που λέγονταν στο χωριό μας (σε παρένθεση η παράλειψη του στίχου):

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
(ψηλή μου δεντρολιβανιά)
κι αρχή καλός μας χρόνος
(εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος).


Αρχή που βγήκε ο Χριστός
(άγιος και Πνευματικός),
στη γη να περπατήσει
(και να μας καλοκαρδίσει).


Αγιος Βασίλης έρχεται,
(και δεν μας καταδέχεται),
από την Καισαρεία,
(συ' σαι αρχόντισσα κυρία)


Βαστά εικόνα και χαρτί
(ζαχαροκάρνο, ζυμωτή)
χαρτί και καλαμάρι
(δες και με-δες και με το παλικάρι).


Το καλαμάρι έγραφε,
(τη μοίρα του την έλεγε)
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
(Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη).



     Ακολουθούσαν και τα κάλαντα των Φώτων, αλλά με πολύ μικρότερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον στο χωριό μας.

Άλλα έθιμα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς
Εκτός από τη γουρουνοχαρά ή γουρνοχαρά στο χωριό μας υπήρχαν κι άλλα χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα έθιμα, από τα οποία μερικά επιβιώνουν έως και σήμερα και που απαντώνται και σε άλλες περιοχές της χώρας μας:

           Έθιμα των Χριστουγέννων:

-    Το Χριστόψωμο: Το «ψωμί του Χριστού» το έφτιαχνε, την παραμονή των Χριστουγέννων, η νοικοκυρά με ιδιαίτερη ευλάβεια και με ειδική μαγιά. Απαραίτητος στη μέση, επάνω,  ο σταυρός από ζυμάρι. Γύρω - γύρω διάφορα διακοσμητικά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια, ανάλογα με το μεράκι ή τις οικογενειακές παραδόσεις της νοικοκυράς. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών. Την ημέρα του Χριστού, ο νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ’ όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. (Μερικοί εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας. Όπως ο Χριστός έδωσε τον άρτον της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του...).
-     Το Ύψωμα: Με διαφορετική επιμέλεια και «αώτο» (ομηρική λέξη), δηλαδή προζύμι, οι νοικοκυρές παρασκεύαζαν το Ύψωμα για τους νεκρούς, το οποίο, κομμάτια – κομμάτια το πρόσφεραν σε όλους και, φυσικά, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
-    Γευστικά κουλουράκια: Την παραμονή των Χριστουγέννων οι αυλές των σπιτιών μοσχομύριζαν από τα κουλουράκια που έψηναν οι νοικοκυρές στους φούρνους και που έδιναν και στα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Είχαν διάφορα σχήματα και στολίδια.

-       Το  μεγάλο κούτσουρο ή «Χριστόξυλο»: Από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης διάλεγε το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από βελανιδιά.  Είναι το ξύλο ή το κούτσουρο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα, στο τζάκι του σπιτιού. Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Πριν ο νοικοκύρης φέρει το κούτσουρο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το κούτσουρο. Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το κούτσουρο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το κούτσουρο να καίει μέχρι τα Φώτα.
-     Γιαούρτια: Όσοι είχαν αιγοπρόβατα παρασκεύαζαν απαραιτήτως σε μεγάλες κατσαρόλες γιαούρτι, το οποίο μοίραζαν και σε οικογένειες που δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή.

 Έθιμα της Πρωτοχρονιάς:
-Το μεγάλο κούτσουρο στη φωτιά (βλέπε πιο πάνω).
-Το Χριστόψωμο: (βλέπε πιο πάνω)
-Μπακλαβάς «κόθουρο»: Έχει ομηρικές ρίζες. Οι νοικοκυρές, συνήθως την παραμονή των Χριστουγέννων, άνοιγαν φύλλα για τον μπακλαβά και έφτιαχναν το πατροπαράδοτο αυτό γλυκό των Χριστουγέννων χρησιμοποιώντας χοντρό φύλλο, σουσάμι, αμύγδαλα, γαρύφαλλο και κανέλα. Είναι το γνωστό «ριβανίε» στα βλάχικα ή «κόθουρο», επειδή ήταν στριφτό το σχετικό γέμισμα. Ήταν μια διαδικασία στην οποία επιδίδονταν οι άξιες νοικοκυρές με κέφι και μεράκι. 'Eπειτα, περήφανες μοίραζαν κομμάτια από τον μπακλαβά σε φιλικά σπίτια ή τα πρόσφεραν στους επισκέπτες και φίλους κατά την Πρωτοχρονιά και κατά την ονομαστική εορτή προσώπων της οικογενείας. Φυσικά, παρασκεύαζαν κι άλλα γλυκά, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε νοικοκυριού!


   - Η μπόσκα (στα βλάχικα) ή αγριοκρεμμύδα: Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Ακόμα και να το βγάλεις απ' τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα. Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα. Για το λόγοι αυτό οι Ριμένοι της Παλαιομάνινας καθώς και κάτοικοι πολλών περιοχών της χώρας μας την Πρωτοχρονιά κρεμούσαν τη μπόσκα στα εξώθυρα των σπιτιών τους (όπως ο αρχαίος πρόγονός μας… Πυθαγόρας) και μετά την έριχναν στις κεραμοσκεπές. Ο Διοσκουρίδης την περιγράφει: “Εστί δε και αλεξιφάρμακον όλη προ των θυρών κρεμαμένη” (Περί ύλης Ιατρικής Β, 171).


 -    Το σπάσιμο του ροδιού: Οι Ριμένοι της Παλαιομάνινας είχαν ιδιαίτερη προτίμηση στη χρήση του ροδιού ως συμβόλου αφθονίας, γονιμότητας και καλής τύχης. Άλλωστε, τα παλιά χρόνια δεν υπήρχε σπίτι που να μην έχει και μια ροδιά στην αυλή ή στο χωράφι! Την ώρα που άλλαζε ο χρόνος, στην εξώπορτα του σπιτιού πετούσανε και σπάζανε ένα ρόδι και έμπαιναν μέσα στο σπίτι με το δεξί, κάνοντας ποδαρικό. Ώστε ο καινούριος χρόνος να τα φέρει όλα δεξιά.
-   Το πέταλο: Το κρεμούσαν στην πόρτα για … γούρι!
-  Το αρνί: Όσοι είχαν αιγοπρόβατα, έσφαζαν στην εξοχή ένα αρνάκι ή κατσικάκι. Για να το μεταφέρουν όμως στα σπίτια καθαρά, μετά την εκδορά κλπ, γύριζαν το δέρμα ανάποδα και το έβαζαν ξανά σε αυτό ως θήκη. Αυτό το έθιμο απαντάται μόνο στο χωριό μας και, φυσικά, η εξήγηση μπορεί να αναζητηθεί σε πρακτικούς λόγους (ασφαλής μεταφορά και προφύλαξη από … βρωμιές!)

Μακαρονόπιττα: Η βλάχικη πίτα των Χριστουγέννων στην Παλαιομάνινα

     Τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά οι Ριμένες της Παλαιομάνινας παρασκεύαζαν, μαζί με τα χοιρινά κοψίδια και άλλα φαγητά, και την περίφημη νόστιμη βλάχικη  μακαρονόπιτα. Ήταν νόστιμη γιατί, πέρα από την επιτηδευμένη παρασκευή (παραδοσιακό φύλλο, παραδοσιακό ψήσιμο κλπ), περιείχε και νόστιμα, υγιεινά και παραδοσιακά τυροκομικά και άλλα υλικά:

Υλικά:
-               ½ κιλό μακαρόνια Νο 5
-               1/3 κιλό τυρί φέτα
-               5 αυγά
-               ¼ κιλού γάλα
-               ½ κουταλάκι του γλυκού αλάτι
-               2 κουτάλες φαγητού λάδι
-               Για τη ζύμη: 3/4 κιλού αλεύρι και 2 κουταλάκια του γλυκού αλάτι. Σήμερα πουλιούνται έτοιμα χοντρά γευστικά χοντρά παραδοσιακά φύλλα για πίτα, αν δεν θέλουμε να παρασκευάσουμε σπιτικά με το γνωστό παραδοσιακό τρόπο.
Εκτέλεση:
Ανοίγουμε το φύλλο κατά το γνωστό τρόπο. Σε ένα πιάτο χτυπάμε τα αυγά και τα ρίχνουμε σε  μπολ. Βράζουμε τα μακαρόνια για 15 επτά και τα σουρώνουμε. Στο ίδιο μπολ προσθέτουμε τα μακαρόνια  το τυρί, το γάλα, το αλάτι και το λάδι και με ένα κουτάλι τα ανακατεύουμε. Το γέμισμα του ταψιού γίνεται όπως την κολοκυθόπιτα, δηλαδή στρώνουμε τα πρώτα φύλλα, ρίχνουμε τη γέμιση, σκεπάζουμε τα υπόλοιπα φύλλα, χαρακώνουμε την επιφάνεια με κάθετες μαχαιριές, ρίχνουμε λίγο νερό με κατάβρεγμα και τοποθετούμε το ταψί στο φούρνο μέχρι να ροδοκοκκινίσει Θα βγει μια πίτα  φουσκωμένη και πολύ νόστιμη.  Μόλις κρυώσει λίγο, την κόβουμε σε ατομικά κομμάτια.
Και του χρόνου!


(*Ο Δημήτριος Στεργίου είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στηνΠαλαιομάνινα  Αιτωλοακαρνανίας. Μετά την αποφοίτησή του με άριστα (πρώτος) από το Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου το 1961, σπούδασε πολιτικές και οικονομικές και, στη συνέχεια, φιλοσοφικές επιστήμες. Από το 1966 έως το 1970 ήταν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού "Τραπεζική και Οικονομοτεχνική Επιθεώρηση" και μελετητής-αναλυτής στο ομώνυμο "Οικονομοτεχνικό Κέντρο", που κατήρτιζε μελέτες χρηματοδότησης από τις τράπεζες επιχειρήσεων για την πραγματοποίηση μεγάλων επενδύσεων. Το 1971 προσελήφθη στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη ως συντάκτης του "Οικονομικού Ταχυδρόμου", ενώ παράλληλα έγραφε μεγάλες κοινωνικοοικονομικές έρευνες στις εφημερίδες "Το Βήμα" και "Τα Νέα". Το 1978 έγινε αρχισυντάκτης και στη συνέχεια διευθυντής Σύνταξης του "Οικονομικού Ταχυδρόμου" και αρθρογράφος-σχολιογράφος στα "Νέα" καθώς και υπεύθυνος της στήλης "Μικρο-Μακροοικονομικά" στο "Βήμα της Κυριακής").


Αναρτήθηκε από 




Σχόλια